Σνίτσελ, το τέλειο!

Μπορεί το σνίτσελ να είναι ένα παραδοσιακό πιάτο της Γερμανίας και άλλων γερμανόφωνων περιοχών, έχει όμως, λόγω της νοστιμιάς του, κατακτήσει όλο τον κόσμο  και το συναντάει κανείς σε όλες σχεδόν τις κουζίνες, σε διάφορες παραλλαγές. Το λεπτοκομμένο κρέας χοιρινού, παναρισμένο με τρίμματα ψωμιού, φρυγανιά ή νιφάδες βρώμης, μαγειρεμένο  στο τηγάνι ή στο φούρνο, γίνεται εξαιρετικά νόστιμο.

Σνίτσελ, το τέλειο - 22

Εκτός αυτού είναι ένα φαγητό πολύ εύκολο, που γίνεται γρήγορα και  αρέσει σε όλους . Εγώ τα έφτιαξα σήμερα  στο τηγάνι και έγιναν όνειρο. Από έξω τραγανά, τραγανά και από μέσα μαλακά και ζουμερά . Τα φτιάχνω και στο φούρνο αλλά η νοστιμιά του τηγανητού είναι άλλο πράγμα.  Θα μου πείτε ότι το τηγανητό είναι κομμάτι βαρύ αλλά δε βαριέσαι, μια στο τόσο και μια παρασπονδία δεν κάνει κακό. Στο φούρνο γίνονται νόστιμα αλλά λίγο πιο σκληρά.  Δοκιμάστε τα έτσι και αλλιώς και κρατήστε αυτό που σας αρέσει περισσότερο…

Τι θα χρειαστείτε:

– 4  σνίτσελ
– 2  αβγά χτυπημένα
– Αλεύρι
– Φρυγανιά τριμμένη
– Ρίγανη-αλάτι-πιπέρι
– Έξτρα παρθένο ελαιόλαδο για το τηγάνισμα

Εκτέλεση:

Αν έχετε δικό σας χασάπη όπως εγώ, σίγουρα θα σας δώσει καλό κρέας. Η επιτυχία ενός φαγητού εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τις πρώτη ύλη, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για κρέας.

Σνίτσελ, το τέλειο - 1 Συνεχίστε την ανάγνωση Σνίτσελ, το τέλειο!

Παραδοσιακές Τσιγαρίδες (Τζουμπερίγκες)

« …Τα χριστούγεννα για τους γεωργούς ήταν ξεκούρασμα , γι αυτούς και για τα ζώα τους, καλοπέραση! Την παραμονή έσφαζαν τα γουρούνια που τα έτρεφαν ως επί το πλείστον με βελάνι (βαλανίδια) και καλαμπόκι. Και ο φτωχότερος ακόμη είχε στο σπίτι του γουρούνι τουλάχιστον 50 οκάδων για τα Χριστούγεννα. Η σφαγή των γουρουνιών ήτο έθιμον παλαιόν, σχετιζόμενον με τα Κρόνια των αρχαίων, κατά τα οποία έσφαζαν χοίρους, θυσία στον Κρόνον. Κατά το σφάξιμο του γουρουνιού,  φρόντιζε ο σφαγεύς να μη σκούξει το γουρούνι και το ακούσει ο εχθρός και πει κακά λόγια, γιατί τότε το κρέας θα μύριζε και θα σκουλίκιαζε…»

Αυτά γράφει ο λαογράφος Φίλιππος Αφένδρας για το έθιμο της σφαγής του γουρουνιού ή γουρουνοχαράς , το οποίο έχει φτάσει μέχρι τις μέρες μας, αν και τηρείται  πια μόνο από λίγους μερακλήδες. Παλιά κάθε οικογένεια είχε τουλάχιστον ένα γουρούνι στην αυλή. Το έπαιρναν από μικρό, ένα χρόνο πριν και το τάιζαν έτσι ώστε να καταφέρουν να το παχύνουν  όσο το δυνατόν περισσότερο. Με φροντίδα και καλό τάισμα το γουρουνάκι γινόταν…θρεφτάρι. «Καλό» θεωρούνταν ένα γουρούνι που έφτανε τις 100 οκάδες.

Ζωοτροφές σαν αυτές που υπάρχουν σήμερα  δεν υπήρχαν τότε. Το τάιζαν με βελανίδια , τσουκνίδες,  χόρτα  και αποφάγια ως την παραμονή των Χριστουγέννων, οπότε και ξεκινούσε το έθιμο της  χοιροσφαγής.  Μαζεύονταν 3-4 άνδρες, συνήθως γείτονες  και με τη χρήση βαριοπούλας ,το χτυπούσαν στο μέτωπο, το ζάλιζαν, το  έριχναν κάτω για να μπορέσουν να το σφάξουν. Βάρβαρη μέθοδος, αλλά το κρέας του πεντανόστιμο. Αφού το έσφαζαν, το έγδερναν και το κρεμούσαν σε τσιγγέλι,  για να στραγγίξει και μετά το τεμάχιζαν .

Άφθονο και νόστιμο χοιρινό κρέας σε αναμμένα τζάκια, εύφραινε τους πιστούς μετά την πολυήμερη νηστεία  και έδινε πανηγυρική ατμόσφαιρα στο δωδεκαήμερο των γιορτών. Ένα σημαντικό όμως μέρος του κρέατος έπρεπε να διατηρηθεί για τους ερχόμενους μήνες μέσα σε κιούπια σκεπασμένο με καυτό λίπος. Η σπατάλη ήταν γνωστή μόνο σαν λέξη, εκείνη την εποχή, όχι σαν νοοτροπία. Τίποτα από το σφάγιο δεν πετιόταν. Όλα, μα όλα τα μέρη του ζώου τα αξιοποιούσαν οι ντόπιες καλονοικοκυρές. Με τα αυτιά και τα πόδια έφτιαχναν την περίφημη πηχτή. Με το δέρμα του, που το ξύριζαν και το στέγνωναν, νοστίμιζαν τα όσπρια και άλλα φαγητά και με τα έντερα του, έφτιαχναν νοστιμότατα λουκάνικα.

Αυτό που χρειάζονταν όμως περισσότερο ήταν το πολύτιμο ζωικό λίπος  και τις θερμίδες του γιατί  ο Φλωρινιώτικος χειμώνας ήταν βαρύς και διαρκούσε πολλούς μήνες. Έκοβαν το λιπώδη ιστό  σε μικρά κομματάκια και τα έλιωναν σε μεγάλα καζάνια. Αφού έλιωνε ένα τμήμα από το λίπος, έμεναν στο καζάνι μικρά τραγανά κομματάκια από λίπος και κρέας. Αυτά ήταν οι περίφημες «τσιγαρίδες» ή «τζουμπερίγκες», το αγαπημένο φαγητό μικρών και μεγάλων. Μετά το ψήσιμο στα καζάνια άρχιζε το τσιμπούσι με άφθονο κρασί αλλά και χορό. Το υπόλοιπο λίπος το στράγγιζαν σε τενεκέδες και το χρησιμοποιούσαν  όλο το χρόνο στο μαγείρεμα. Έφτιαχναν  πίτες  (ζέλνικ και μάζνικ) τηγανίτες και μπουκουβάλα ή το άλειφαν πάνω σε φέτες ψωμιού.

Μέρες που είναι, λοιπόν, λέω να θυμηθούμε λίγο τα παλιό  έθιμο και να  φτιάξουμε τσιγαρίδες. Σπιτικές, παραδοσιακές τσιγαρίδες, ξεροψημένες και λαχταριστές από έξω και ζουμερές από μέσα,  με τον αυθεντικό τρόπο του παρελθόντος αλλά σε μικρή ποσότητα. Η συνταγή απλή, αλλά  είναι κάπως κουραστική γιατί τα κομμάτια του λίπους χρειάζονται ανακάτεμα συνεχώς για να μην κολλήσουν. Το αποτέλεσμα όμως σε αποζημιώνει.  Εγώ το τηρώ το έθιμο και φτιάχνω τσιγαρίδες κάθε χρόνο, παραμονές των Χριστουγέννων και μοσχομυρίζει το σύμπαν . Πιστέψτε με, γίνονται ανάρπαστες και είναι το πιο περιζήτητο έδεσμα.

Κρατάω και το λίπος, γιατί  είμαι από αυτούς που πιστεύω ότι τα ζωικό λίπος ( όχι μόνο το χοιρινό ) είναι πολύτιμο και υγιεινό αν καταναλωθεί με μέτρο. Μετά τον ανελέητο πόλεμο που δέχτηκε από τις βιομηχανίες παραγωγής, (δήθεν φυτικών) λιπαρών, με χημικό τρόπο, οι οποίες το ενοχοποίησαν και το εξοβέλισαν από το τραπέζι μας, είναι καιρός να ξαναπάρει τη θέση που του αξίζει  στην κουζίνα γιατί όπως έλεγε και η γιαγιά Αθηνά, ότι παράγεται στο εργοστάσιο της μητέρας φύσης, δεν μπορεί να σε βλάψει περισσότερο από αυτό που παράγεται  στο  εργοστάσιο από τους ανθρώπους. Συνεχίστε την ανάγνωση Παραδοσιακές Τσιγαρίδες (Τζουμπερίγκες)

Τηγανιά με Λάχανο

Το λάχανο φίλες μου, αυτό το τραγανό λευκόσαρκο λαχανικό, έχει συνδεθεί με την… απαξίωση και την ευτέλεια. Έρχεται ο άλλος και σου λέει «Σιγά τα λάχανα»! Ε, δε σε απαξιώνει; Δε σε κάνει να νιώθεις ταπεινός και καταφρονεμένος; Παρεξηγημένα  λοιπόν αυτά τα λαχανικά που μοιάζουν με μπάλες, γιατί  δεν είναι διόλου ευτελή και ασήμαντα και ας είναι από τα πιο φτηνά  της αγοράς. Μέσα στη σφιχτή… φυλλένια τους δομή κρύβουν εκτός από πολύτιμα για την υγεία μας συστατικά -βιταμίνες  A, B, E, C, β καροτίνη, φολικό οξύ και μυρουδιές και γεύσεις τέτοιες, που δε σ’ αφήνουν  ασυγκίνητο.

Προσωπικά έμαθα να τρώω το λάχανο ωμό από πολύ μικρή. Θυμάμαι, το χειμώνα που έλειπαν τα φρέσκα λαχανικά και τα φρούτα, έκοβα ένα μεγάλο κομμάτι λάχανο και χράτσα-χρούτσα το καταβρόχθιζα. Γέμιζε το στόμα μου χυμούς γλυκούς,  με χαρακτηριστικά πιπεράτη, ελαφρά πικάντικη, και δροσερή  γεύση. Το λάχανο  έλεγε η γιαγιά μου πρέπει «να  το… χτυπήσει η παγωνιά» για να γλυκάνουν τα μεταξένια φύλλα του και να ολοκληρωθεί  η  γεύση του. Εκείνη η χαρακτηριστική γεύση που δε φοβάται μήπως… χαθεί, αν μαγειρευτεί με άλλα υλικά που έχουν δυνατό χαρακτήρα.

Το μαγείρευε με χίλιους δυο τρόπους: Απλά βραστό με λαδολέμονο σαν σαλάτα,  νόστιμο λαχανόρυζο με λιαστή ντομάτα, με χοιρινό ή μοσχάρι, ζουμερούς λαχανοντολμάδες, το έβαζε στην άρμη ή έφτιαχνε υπέροχα τουρσιά με κόκκινες πιπεριές «μπούφκες», ψιλοκομμένο καρότο και μυρωδικά.  Εκείνο που πρέπει να έχετε υπ’ όψιν σας είναι ότι το λάχανο ανέκαθεν είχε ερωτική σχέση με το λιπαρό κρέας. Εδώ η σοφία της γιαγιάς μου έρχεται να ισορροπήσει τα πράγματα. «Το κρέας στο φαγητό» έλεγε η γιαγιά «δεν είναι απαραίτητο να είναι πολύ. Λίγο όσο για τη νοστιμιά είναι αρκετό».

Γι αυτό κι εμείς σήμερα θα μαγειρέψουμε λάχανο  με μικρά κομματάκια χοιρινού, όπως ακριβώς το έφτιαχνε η γιαγιά μου . Το κρέας είναι λιγοστό αλλά αρκετό για να απογειώσει τη γεύση του λάχανου. Συνεχίστε την ανάγνωση Τηγανιά με Λάχανο