Πατροπαράδοτη Φασολάδα – Το εθνικό μας φαγητό

Ποιο είναι τάχα το εθνικό φαγητό των Ελλήνων; Η απάντηση δεν είναι τόσο προφανής τώρα πιά. Για τον τουρίστα μπορεί το εθνικό μας φαγητό να είναι ο γύρος ή ο γκρικ μουζάκα. Το αρνάκι στη σούβλα επίσης έχει περγαμηνές έως και ομηρικές. Πάντως ανάμεσα στα πιάτα που μπορεί να προταθούν για τον τίτλο αυτό σίγουρα θα βρούμε και «την πατροπαράδοτη φασολάδα» όπως την έλεγε η γιαγιά Αθηνά (δες και τη συνταγή με φασόλια γίγαντες στον ταβά). Λένε ότι καθιερώθηκε ως εθνικό φαγητό την εποχή της δικτατορίας Μεταξά. (Δηλαδή πώς; με διάταγμα; ). Ας μην το πάρουμε αυτό στα σοβαρά.

Αν είστε κι εσείς «της μεταπολίτευσης χαμένη γενιά», θα θυμάστε ίσως ότι στην πρώτη Γυμνασίου, το βιβλίο Φυσικής Ιστορίας  αφιέρωνε, στην αρχή του,  σελίδες επί σελίδων στον «φασίολο τον κοινό». Ο φασίολος ο κοινός, κοινώς η φασολιά, είναι το φυτό που δίνει τα γνωστά μας φασόλια, με δυο μορφές -αφενός τα πράσινα χλωρά φασολάκια και αφετέρου τα ξερά φασόλια.

Δεν θα ξεχάσω επίσης τις εκθέσεις για την αποταμίευση που γράφαμε κάθε 31η Οκτωβρίου  οι οποίες περιλάμβαναν απαραιτήτως και τη γνωστή παροιμία «Φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι» που παινεύει την αξία της οικονομίας και της υπομονής

Υπάρχει επίσης  και η πολύ γνωστή έκφραση «άλλο φασούλι κι αυτό!» ή «καινούργιο φασούλι βγήκε», που τη λέμε όταν ανακύψει κάποιο απροσδόκητο πρόβλημα.

Οι παλιότεροι την εκτιμούσαν πολύ τη φασολάδα ή «φασουλάδα». Ο Βάρναλης, ηλικιωμένος πια, όταν τον ρώτησαν ποιες είναι κατά τη γνώμη του οι μεγάλες χαρές της ζωής απάντησε, «Οι γυναίκες, η θάλασσα, η φασουλάδα, και να βλέπεις να παίζουν τάβλι στο Βυζάντιο» (το καφενείο του Κολωνακιού όπου σύχναζε). Σε ένα από τα ποιήματα που έγραψε μέσα στη δικτατορία, αποκαλεί «πανεθνική» τη φασουλάδα .

 Ο Παπαδιαμάντης, πάλι, υμνεί «τα καλομαγειρευμένα με ικανὸν ευώδες έλαιον φασόλια καὶ μὲ άφθονον κοκκίνην πιπεριάν», ενώ ο Καραγάτσης με ηδονή περιγράφει την ευτυχία κάποιων απόκληρων που έτυχε να βρουν ένα σακουλάκι φασόλια… «Θα ‘κλεβαν ένα τσουκάλι. Θα ‘παιρναν —δανεικό κι αγύριστο— λάδι δράμια εκατό, απ’ τον μπακάλη. Ένας κρόμμυδος, κάπου θα βρίσκονταν. Και θα γινόταν μια φασουλάδα θεός

Ο Έλληνας, Εβραίος και αριστερός  Μωυσής  Μπουρλάς, από την εξορία του Άη Στράτη, αναφέρει πως  οι εξόριστοι είχαν αγοράσει μια φορά  μια τεράστια ποσότητα φασόλια σε πολύ χαμηλή τιμή  και, αναγκαστικά, τα έτρωγαν μεσημέρι και βράδυ: «Τα φασόλια που μας φέραν άρχισαν να τα μαγειρεύουν σχεδόν κάθε μέρα, τη μια σαλάτα, την άλλη με ντομάτα, την τρίτη πηχτή, την τέταρτη σούπα ή στο φούρνο.»

 Από κάποιο  θεατρικό συγκρότημα τραγουδήθηκε το παρακάτω τραγουδάκι στο σκοπό του «Βαλεντίνα, αχ Βαλεντίνα, αχ βρε τσαχπίνα» κτλ.:Αχ φασουλάδα, τι νοστιμάδα /των οσπρίων είσαι η αντίκα /κι απ’ το μέλι πιο πολύ έχεις γλύκα είτε σούπα είτε σαλάτα /είτε άσπρη ή με ντομάτα /ξεπερνάς τη μαρμελάδα,
έχεις νάζι, έχεις χάρη /των φαγιών μαργαριτάρι,/φασουλάδα – φασουλάδα!

Ωστόσο, η καημένη η φασουλάδα, αφού έθρεψε γενιές και γενιές και όπως έλεγε η γιαγιά Αθηνά «και  ζεσταίνει και χορταίνει!»  έπεσε σε ανυποληψία μόλις πήρε το (δανεικό) κουτάλι μας (γλυφό) νερό, κι έτσι ντρεπόμαστε να την αναφέρουμε για κατεξοχήν ελληνικό φαγητό, σαν τον νεόπλουτο που κρύβει τη γριά μάνα του επειδή φοράει τσεμπέρι. Πρήζει βέβαια, φέρνει και αέρια, είναι η αλήθεια, είναι και αντιτουριστική αλλά εμάς ποσώς μας ενδιαφέρει γιατί ανήκουμε στους φασολάδες και τη συχνομαγειρεύουμε (μια φορά την εβδομάδα οπωσδήποτε) γιατί έτσι μας αρέσει. Συνεχίστε την ανάγνωση Πατροπαράδοτη Φασολάδα – Το εθνικό μας φαγητό