Γλυκό Κυδώνι

Αν για κάτι ζήλευε η γιαγιά Αθηνά την γειτόνισσα, αυτό ήταν η κυδωνιά που είχε σε μιαν άκρη στην αυλή της. Τι κι αν είχαμε ότι λαχταρούσε η ψυχή της στο κήπο που ήταν μπροστά στην αυλή μας. Και μια κερασιά πανύψηλη είχαμε και μηλίτσες φουντωτές και παινεμένες και μια αχλαδιά και δυο αγριοροδακινιές -που ήταν τα καμάρια της– είχαμε, αλλά το μάτι της εκεί, στην κυδωνιά της γειτόνισσας. «Μια κυδωνιά δεν αξιώθηκαν να μου φυτέψουν» μουρμούριζε συνεχώς. Η αλήθεια είναι ότι  η εν λόγω κυδωνιά ήταν όντως αξιοζήλευτη. Πραγματικό στολίδι. Φούντωνε και καμάρωνε με άνθη μεγάλα, λευκορόδινα την άνοιξη και εκεί γύρω στις αρχές του φθινόπωρου λύγιζαν τα κλαδιά της από το βάρος των μυρωδάτων κυδωνιών τυλιγμένων στο ασημένιο χνούδι τους.

Όχι βέβαια πως της έλειψαν ποτέ τα κυδώνια της γιαγιάς μου. Η καλή γειτόνισσα όταν έκανε τη συγκομιδή, γέμιζε την ποδιά της και της τα έφερνε έτοιμα. «Σου τά’φερα με το κλωνάρι τους Αθηνά μου, όπως τα θέλεις. Άιντε καλό χειμώνα να’χουμε». Χαμογελούσαν και τα μουστάκια της γιαγιάς «Α, σε ευχαριστώ .Μα δεν ήταν ανάγκη» καμωνόταν, τάχαμου, πως δεν τα ήθελε. «Μπήκες τώρα στον κόπο. Κάτσε να ψήσω καφέ να τα πούμε. Να σε κεράσω και ένα γλυκό κυδώνι από το περσινό. Τέτοια κυδώνια σαν τα δικά σου, δεν υπάρχουν στο ντουνιά». Και δώστου παινέματα για να εξασφαλίσει και τα κυδώνια της επόμενης χρονιάς, η γιαγιά Αθηνά.

Μετά  τα έπαιρνε  και τα κρέμαγε στο ξύλινο ταβάνι του κελαριού και μοσχομύριζε το σύμπαν. Το χειμώνα τα έψηνε στο φούρνο της ξυλόσομπας με κρασί και ζάχαρη και κανέλα, να γλύφεις τα δάχτυλά σου. Τη συνταγή για τα ψητά κυδώνια σας την έχω δώσει. Άλλοτε πάλι τα μαγείρευε με κρέας χοιρινό και ήταν, μμμμμ… «λουκούμι», πεντανόστιμα. Έφτιαχνε επίσης υπέροχη μαρμελάδα και  εκείνο δε που δεν έλειπε ποτέ από το ντουλάπι μας ήταν το γλυκό κυδώνι.

Τη συνταγή της γιαγιάς Αθηνάς θα φτιάξουμε σήμερα. Απλή, απλούστατη και εύκολη. Θυμάμαι  την πρώτη φορά που είδε το δικό μου το γλυκό και με κατσάδιασε: «Αχ, αχ, αχ, πολύ το έβρασες! Το άφησες και πήρε χρώμα. Κοκκίνισε, δεν έπρεπε!». Για τη γιαγιά μου πετυχημένο γλυκό κυδώνι ήταν εκείνο που διατηρούσε ένα γλυκό χρυσαφί χρώμα. Εμένα πάλι καθόλου δε με πειράζει να κοκκινίσει και λίγο το γλυκάκι. Είναι το ίδιο νόστιμο  μη σας πω ότι είναι και πιο γιορτινό. Όμως μια και η γιαγιά το ήθελε «να χρυσίζει το γλυκό» θα σας πω το μυστικό της και με λίγη προσοχή θα καταφέρουμε και θα το πετύχουμε μια χαρά! Συνεχίστε την ανάγνωση Γλυκό Κυδώνι

Κυδώνια Ψητά

Ανάμεσα στα φρούτα του Φθινοπώρου ξεχωρίζουν τα  κυδώνια με το χρυσοκίτρινο χρώμα και το λεπτό  τους άρωμα. Είναι το φρούτο της Αφροδίτης, το φρούτο του έρωτα και της νεότητας και της  γονιμότητας. Παλιά το έτρωγαν οι νεόνυμφοι λίγο πριν την πρώτη τους συνάντηση  για να γεμίσει το σώμα τους χυμούς και  αρώματα και να είναι η πρώτη τους νύχτα πολύ ευχάριστη και γόνιμη και να κάνουν αρσενικά παιδιά.

Τα κυδώνια είναι δώρο της φύσης για την επιδερμίδα  μια και καταπολεμούν τις ρυτίδες. Οι παλιές μούλιαζαν για 2 εβδομάδες φλούδες ή κομμάτια από κυδώνι μέσα σε λίγο οινόπνευμα φρούτων. Μετά πρόσθεταν βραστό νερό και το μείγμα αυτό το άπλωναν συχνά στο πρόσωπο τους. Έτσι χωρίς πολλά πολλά κατάφερναν να παραμένουν κούκλες

Τα κυδώνια όμως πάνω από όλα  πρωταγωνιστούν στην βορειοελλαδίτικη φθινοπωρινή  κουζίνα. Η γιαγιά μου έφτιαχνε αυτήν την εποχή, από  γλυκό κουταλιού, μαρμελάδα και κομπόστα, μέχρι  κυδωνόπαστο και πελτέ. Τα έψηνε επίσης στο φούρνο με κρασί και κανελογαρύφαλα. Τα μαγείρευε κιόλας με χοιρινό ή μοσχάρι στην κατσαρόλα. Τα  έφτιαχνε ακόμα και γεμιστά! Ναι, ναι, μη ξαφνιάζεστε. Τα κυδώνια  γεμιστά  με κιμά έτσι όπως τα έφτιαχνε η γιαγιά  ήταν… μμμμ,  να γλύφεις τα δάχτυλά σου… Τι άλλο να θυμηθώ; Α, ναι! Όσα περίσσευαν τα κρεμάγαμε στο ταβάνι του κελαριού  και γέμιζε ο τόπος αρώματα και χρώματα.

Προσωπικά  όπως και να το έχω φάει το κυδώνι, μου αρέσει… Τρελαίνομαι κυρίως για ψητά κυδώνια για αυτό και σας προτείνω μια  δική μου συνταγή λίγο ιδιαίτερη. Δοκιμάστε την και τα λέμε! Συνεχίστε την ανάγνωση Κυδώνια Ψητά

Σταφιδοψωμάκια Νηστίσιμα

Αλήθεια σας λέω. Δεν έμεινε ψίχουλο… από αυτά τα υπέροχα νηστίσιμα σταφιδοψωμάκια. Η συνταγή είναι της μαμάς μου. Μας τα έφτιαχνε αρκετά συχνά και ιδιαίτερα τις περιόδους των νηστειών. Ξεγελούσαμε έτσι κάπως την πείνα μας γιατί εκείνη την εποχή όταν λέγαμε ότι νηστεύουμε το εννοούσαμε και την τηρούσαμε όλη τη σαρακοστή με υπομονή και  με ευλάβεια.  Εννοείται πως το νηστίσιμο… μενού τότε δεν περιελάμβανε τα μύρια όσα νηστίσιμα που βρίσκει κανείς σήμερα στα ράφια του σούπερ μάρκετ. Αλάδωτα όσπρια, ραδίκια και τσουκνίδες, σκόρδα, κρεμμύδια, ελίτσες, κομπόστες με φρούτα ξερά και μπόλικο ψωμί. Αυτά ήταν όλα και όλα.

Εκείνο που γλύκαινε κάπως την κατάσταση ήταν, σπανιότερα ο ταχινοχαλβάς και σχεδόν καθημερινά η θρεψίνη, ένα υπερβολικά γλυκό προιόν από σταφύλια, με μπόλικες θερμίδες που το αλείφαμε πάνω από το ψωμί και συγκρατούσαμε έτσι την αχαλίνωτη πείνα μας. Πού και που, λοιπόν και όταν οι δουλειές της το επέτρεπαν η μαμά μας έφτιαχνε αυτά τα σταφιδοψωμάκια, απλά, εύκολα και γρήγορα. Η μυρωδιά μας τρυπούσε τα ρουθούνια καθώς τα περιμέναμε να βγουν αχνιστά, αχνιστά από το φούρνο. Τα τσακίζαμε χωρίς έλεος.

Σήμερα η νηστεία είναι γιαλαντζί και τα σταφιδοψωμάκια δεν καλύπτουν τις ανάγκες που κάλυπταν κάποτε. Εγώ όμως τα φτιάχνω πάντα τέτοια περίοδο γιατί με γεμίζουν νοσταλγία αλλά και γιατί βλέπω πως αν και το τραπέζι είναι γεμάτο με όλα τα καλά του θεού, τα σταφιδοψωμάκια της μαμάς δεν αφήνουν κανέναν ασυγκίνητο. Γίνονται ανάρπαστα… Συνεχίστε την ανάγνωση Σταφιδοψωμάκια Νηστίσιμα

Σουπιές με κοφτό μακαρονάκι

Ένας λαός, φίλοι μου, που κατοικεί, περπατάει και αναπνέει διαρκώς δίπλα στην θάλασσα δεν θα μπορούσε παρά να είναι άμεσα συνδεδεμένος με αυτήν με ποικίλους τρόπους. Έτσι όλοι οι έλληνες ακόμα και εμείς που ήμαστε βουνίσιοι και βλέπουμε τη θάλασσα με το… κιάλι ή κάθε καλοκαίρι στις διακοπές, έχουμε αναπτύξει ένα «θαλασσινό λεξιλόγιο» που έχει μπει στην καθημερινότητά μας. Και ο αριθμός των θαλασσινών εκφράσεων και παροιμιών είναι πραγματικά εντυπωσιακός. Έκανα μια μικρή έρευνα και δείτε ένα μικρό μόνο δείγμα από όσα  … «ψάρεψα»…

Ο θυμωμένος άνθρωπος «γίνεται βαπόρι». Οι στριμωγμένοι επιβάτες ενός λεωφορείου «στοιβάζονται σαν τις σαρδέλες». Ο πάνοπλος άνδρας είναι «σαν αστακός». Ο ενοχλητικός που δεν λέει να φύγει από δίπλα μας κολλάει «σαν το στρείδι».  Τα γένια του αξύριστου τσιμπάνε «σαν αχινοί». Του εξαπατημένου του «πουλήσαν φύκια για μεταξωτές κορδέλες». Στις δύσκολες στιγμές της ζωής μας «τραβάμε κουπί». Στις δύσκολες στιγμές «ο καλός ο καπετάνιος στην φουρτούνα φαίνεται». Στην πληθωρική γυναίκα λέμε «τι φρεγάτα είσαι εσύ;» Όποιος φοβάται ή κρυώνει «σπαρταρά σαν το ψάρι». Ενώ όποιος μας παιδεύει «μας ψήνει το ψάρι στα χείλη».

Η ζωή είναι σκληρή και επικρατεί πάντα ο πιο ισχυρός, «το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό». Η σαγηνευτική γυναίκα «τυλίγει τους άνδρες στα δίχτυα της». Κάποιοι  «ψαρεύουμε σε θολά νερά». Ο τσιγγούνης «έχει καβούρια στην τσέπη». Για την διεφθαρμένη ηγεσία είναι γνωστό «πως το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι».  Ενώ όταν βαδίζεις αργά «πας σαν τον κάβουρα». Όταν όλα δεν πάνε όπως θέλουμε «ή στραβός είναι ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε». Όταν αποτύχαμε «την κάτσαμε την βάρκα». Όταν κάτι είναι λίγο και δεν φτάνει «τι είναι ο κάβουρας, τι είναι το ζουμί του». Όταν όλα πάνε καλά «στην ήρεμη θάλασσα όλοι είναι καπεταναίοι». Ενώ όταν βλέπουμε το φεγγάρι όρθιο λέμε «όρθιο το φεγγάρι ξαπλωτός ο βαρκάρης». Ότι είναι άνευ θεμελίων, το πρόχειρο, είναι σαν το «κάστρο στην άμμο». Και επειδή τα λόγια της θάλασσας δεν τελειώνουν εύκολα λέμε ακόμα: «Το μεγάλο καράβι θέλει και βαθιά νερά. Ή μεγάλα καράβια, μεγάλες φουρτούνες» και τόσα ακόμα που δεν θα μπορούσαν να εξαντληθούν σε ένα άρθρο. Αφήνω για το τέλος το η πονηρή γυναίκα είναι «σουπιά», όπως κι εκείνος που ξεφεύγει σαν την «σουπιά» ή «θολώνει τα νερά» ή «αμολάει μελάνι»  γιατί σήμερα σας έχω συνταγούλα θαλασσινή, νηστίσιμη, πεντανόστιμη: Σουπιές με κοφτό μακαρονάκι! Συνεχίστε την ανάγνωση Σουπιές με κοφτό μακαρονάκι

Χαλβάς σιμιγδαλένιος χωρίς λάδι

Ελάχιστους ξέρω που θα πουν όχι σε έναν καλοκαβουρντισμένο, μυρωδάτο σιμιγδαλένιο χαλβά, πασπαλισμένο με μπόλικη κανέλα.

Πέρα από την περίοδο των νηστειών, το φτιάχνω πολύ συχνά, γιατί αρέσει σε όλους μας πολύ και γίνεται στο άψε – σβήσε. Παλιά, κυρίως στα χωρά του κάμπου της Φλώρινας, χρησιμοποιούσαν αντί για σιμιγδάλι αλεύρι, το οποίο καβούρδιζαν όπως ακριβώς το σιμιγδάλι και το αποτέλεσμα ήταν εξίσου νόστιμο αν και λίγο διαφορετικό στη γεύση.

Η σωστή δοσολογία του χαλβά – λέγανε οι «παλιές» – είναι … 1,2,3,4. Και εννοούσαν με αυτό 1 μέρος λάδι, 2 μέρη σιμιγδάλι χοντρό, ή ψιλό, 3 μέρη ζάχαρη και 4 μέρη νερό. Εγώ όμως έχω την κακή συνήθεια να επεμβαίνω και να πειραματίζομαι. Άλλοτε προσθέτω και άλλοτε αφαιρώ υλικά, κυρίως ζάχαρη από τα γλυκά και λιπαρά από τα φαγητά.

Προσθέτω άλλα υλικά και μυρωδικά, που επιβαρύνουν λιγότερο τον οργανισμό και δεν αφαιρούν τίποτε από τη νοστιμιά.  Σήμερα, λοιπόν  λέω να βγάλουμε από τη παραδοσιακή συνταγή το 1 και να φτιάξουμε χαλβά χωρίς λάδι. Απλά θα αντικαταστήσουμε τη μια κούπα λάδι, με δυο μόνο κουταλιές ταχίνι. Επίσης θα μειώσουμε τη ζάχαρη από μία σε μισή κούπα και θα αυξήσουμε το νεράκι του σιροπιού κατά μισή κούπα.

Ο χαλβάς αν και  αλάδωτος θα είναι το ίδιο αφράτος, νόστιμος, όπως το απαιτούν οι μέρες και συνάμα διαιτητικός. Ζαλιστήκατε; Φοβάστε να το φτιάξετε μήπως και σας αποτύχει; Εμπιστευθείτε με φίλες μου. Ό,τι σας προτείνω είναι δοκιμασμένο και έχει επιτυχία σίγουρη. Σας υπενθυμίζω ότι η μέτρηση γίνεται πάντα με το ίδιο σκεύος. Η προσθήκη ξηρών καρπών είναι προαιρετική. Άλλοι τους προτιμάνε και άλλοι όχι.

Προσωπικά προτιμάω το χαλβά σκέτο, αλλά «περί ορέξεως .. κολοκυθόπιτα» που έλεγε και η γιαγιά Αθηνά. Το χρώμα του χαλβά, εξαρτάται από το πόσο θα καβουρδίσουμε το σιμιγδάλι. Όσο πιο πολύ το καβουρντίζουμε, τόσο πιο σκούρος γίνεται. Πάμε να φτιάξουμε χαλβά σιμιγδαλένιο λοιπόν και χωρίς λάδι! Συνεχίστε την ανάγνωση Χαλβάς σιμιγδαλένιος χωρίς λάδι