Παστίτσιο το τέλειο αλλά και το… θερμιδοφόρο

Τώρα για να λέμε αλήθειες, αν αποφασίσετε να μαγειρέψετε παστίτσιο, πρέπει να το πάρετε απόφαση, πρώτον ότι θα κουραστείτε λιγουλάκι γιατί, μεταξύ μας, είναι ένα φαγητό μπελάς – τρεις κατσαρόλες και ένα ταψί και μερικά άλλα ψιλολόγια για καθάρισμα, δεν είναι και μικρό πράγμα- και δεύτερον ότι θα βάλετε στη μπάντα τις λάιτ εκδοχές, τις δίαιτες, το μέτρημα θερμίδων και τα συναφή, διότι δίαιτα και παστίτσιο δεν συμβιβάζονται. Ή που θα το μαγειρέψεις όπως πρέπει, πλούσιο πλούσιο ή που μην το μαγειρεύεις καθόλου. Διότι θα το πω και αμαρτίαν ουκ έχω, το παστίτσιο είναι μεν μπελάς αλλά ωραίος μπελάς, γευστικά υπέροχος μπελάς, απολαυστικός μπελάς, μπελάς που λες μακάρι παναγίτσα μου να ήταν έτσι όλοι του κόσμου οι μπελάδες.

Παστίτσιο το τέλειο αλλά και το... θερμιδοφόρο - 31

Το παστίτσιο το… θερμιδοφόρο παίζει κι έναν μυστήριο, ανεξήγητο, συμβολικό ρόλο στη ζωή της Ελληνίδας. Αποτελεί, μάλλον λόγω της πολυπλοκότητά του και ένα τεστ, ας πούμε, αξιοσύνης, που αν δεν καταφέρεις και το περάσεις, μέχρι που και ο…. γάμος σου, πάει περίπατο. Αυτό το κατάλαβα προχθές όταν άκουσα χωρίς να το θέλω κάτι σκόρπιες κουβέντες από το κουτσομπολιό που είχε στηθεί στο απέναντι μπαλκόνι. «Τι λες Κούλα μου; Χώρισε η Λέτα; Εμ βέβαια πώς να μην χώριζε… Καλέ αυτή ούτε ένα παστίτσιο της προκοπής δεν ήξερε να κάνει. Είδε και απόειδε ο άνθρωπος και τη χώρισε».

Παστίτσιο το τέλειο αλλά και το... θερμιδοφόρο - 32

Και αν αυτά έπαθε η καημένη η Λέτα, δείτε τώρα τι παθαίνω εγώ όταν αποφασίζω να μαγειρέψω παστίτσιο. Τι συνειρμοί ανακαλούνται από τα βάθη του νου μου: Η σχέση της γιαγιάς μου Αθηνάς με το παστίτσιο ήταν από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας τους εχθρικές. Το παστίτσιο ήρθε σχετικά αργά στην κουζίνα μας μαζί με τον μουσακά οπότε, η καημένη η γιαγιάκα μου, συνηθισμένη στην λιτή καθημερινότητά μας δεν μπορούσε να χωνέψει το γεγονός ότι τόσα πολλά υλικά μπορούν να ξοδευτούν για να μαγειρευτεί ένα μόνο φαγητό που το λένε παστίτσιο. Όταν λοιπόν η μαμά μου άρχισε να το μαγειρεύει αυτή αρνούνταν να υποκύψει στις προκλήσεις μια σπάταλης μαγειρικής. Ούτε καν το δοκίμαζε. Έβραζε το μακαρονάκι της, το ράντιζε με λίγο σκορδόλαδο, πάντα μετρημένο με το κουτάλι, έτριβε και λίγη κατσικίσια φετούλα, πετούσε και δυο τρία φυλλαράκια μυρωδάτο, φρεσκοκομμένο δυόσμο από το κηπάκι μας και όλα καλά όλα ωραία.

Παστίτσιο το τέλειο αλλά και το... θερμιδοφόρο - 30

Ώσπου στα 97 της όταν πια λόγω αδυναμίας εναπόθεσε την διατροφή της στα χέρια της μαμάς μου, οι άμυνές της έπεσαν, ενέδωσε, και παραδόθηκε ολοκληρωτικά στα θέλγητρα του παστίτσιου. «Πότε θα κάνεις εκείνη την παστίτσα;» τη ρωτούσε. «Το παστίτσιο γιαγιά, όχι η παστίτσα. Δεν είναι θηλυκό είναι ουδέτερο…» τη διορθώναμε εμείς αλλά εκείνη επέμενε: «Η παστίτσα, ξέρω εγώ τι λέω. Δεν μπορεί ένα τέτοιο φαγητό με τόσα πλούσια τα ελέη να είναι ουδέτερο. Θηλυκό είναι και θηλυκό του διαβόλου».

Παστίτσιο το τέλειο αλλά και το... θερμιδοφόρο - 34

Αυτό, λοιπόν, το διαβολικά νόστιμο παστίτσιο έφτιαξα σήμερα και το μοιράζομαι μαζί σας… Συνεχίστε την ανάγνωση Παστίτσιο το τέλειο αλλά και το… θερμιδοφόρο

Μουσακάς, ο υπέροχος, ο Ελληνικός (;;;)

Ο μουσακάς αναμφισβήτητα είναι ένα πιάτο πεντανόστιμο. Ένα πιάτο γιορτινό, ένα πιάτο που μπαίνει σε τραπέζι όπου χωράνε πολλοί. Κομματάκι, πολύπλοκο, κομματάκι δύσκολο, κομματάκι μπελαλίδικο, κομματάκι βαρύ και παχυντικό, είναι η αλήθεια, αλλά δε βαριέσαι. Άλλωστε, για όλους τους παραπάνω λόγους, δεν τον μαγειρεύουμε συχνά οπότε αξίζει το κόπο, μια στο τόσο, να τον απολαύσουμε και ας πάει και το παλιάμπελο που λένε. Για να είμαι ειλικρινής παλιά στο πατρικό μου σπίτι και σε όλα τα σπίτια του χωριού δηλαδή, δεν τον μαγειρεύαμε καθόλου γιατί, όσο και αν ακούγεται παράξενο, αγνοούσαμε εντελώς την ύπαρξή του. Η κουζίνα των ορεινών πληθυσμών, το έχω αναφέρει και σε άλλα σημειώματα, ήταν λιτή, σχεδόν δωρική,. Όσπρια, χόρτα άγρια, λαχανικά εποχής, γαλακτοκομικά και κρέας αραιά και πού, αυτά ήταν όλα και όλα. Τέτοια πλούσια πιάτα, μουσακάδες, παστίτσια, σουφλέδες και άλλα παρόμοια μπήκαν στη κουζίνα μας από τότε που οι γυναίκες του χωριού άρχισαν να παρακολουθούν μαθήματα μαγειρικής στο «σπίτι του παιδιού» που είχε ιδρύσει στο χωριό η βασίλισσα Φρειδερίκη.

Εκεί λοιπόν ανάμεσα στα άλλα, ομολογουμένως χρήσιμα, έμαθαν οι γυναίκες του χωριού να μαγειρεύουν και τον μουσακά . Ο μουσακάς, λοιπόν, μαζί με τη φέτα βέβαια, λόγω της νοστιμιάς του κατέληξε να είναι ο βασικός τουριστικός μας εκπρόσωπος, ειδικά στην κονσερβαρισμένη εκδοχή του φέιμους γκρικ μουζάκα . Υπάρχει όμως και η….. ανθελληνική αμφιβολία για την καταγωγή της σκούφιας του γιατί αν…. σκαλίσουμε λίγο το πιάτο θα βρούμε κάτω κάτω την πατάτα, που από το δημοτικό μαθαίναμε για εκείνο το λαϊκό μύθο με τον Καποδίστρια και τις κλεψιμαίικες νεοφερμένες πατάτες. Η ντομάτα όμως; Νοείται ελληνικό φαγητό χωρίς ντομάτα; Η βάση της μεσογειακής μας (sic) διατροφής; Και όμως, η ντομάτα μας ήρθε από την Αμερική αφού την ανακάλυψε εκείνος ο «καταραμένος» ο Κολόμβος.

Μουσακάς, ο υπέροχος, ο Ελληνικός (;;;) - Συνταγή - ηχωμαγειρέματα

Και η μελιτζάνα, από την Ινδία ξεκίνησε, κάπου στα χρόνια του Βυζαντίου έφτασε στα μέρη μας. Για να μην αναφερθούμε τέλος και στη λόγια φράγκικη μπεσαμέλ. Κοντολογίς, οι αρχαίοι έλληνες τα μόνα από τα συστατικά του μουσακά που γνώριζαν ήταν το κρέας, το κρεμμύδι και το σκόρδο . Εμείς όμως δεν θέλουμε να φιλοσοφίσουμε πάνω από ένα πιάτο μουσακά. Εμείς θέλουμε να τον φάμε. Οπότε Έλληνας η ξένος, ποσώς μας ενδιαφέρει. Εκείνο που τελικά κρατάμε είναι το «νόστιμος». Συνεχίστε την ανάγνωση Μουσακάς, ο υπέροχος, ο Ελληνικός (;;;)

Μπάμιες λαδερές στο φούρνο

Οι μπάμιες οι λαδερές είναι απ’ τα φαγητά που πολώνουν τον κόσμο ανάμεσα σε λατρεία και μίσος. Προσωπικά μικρή τις μισούσα για τα σαλάκια που βγάζουν όταν παραβράζουν που μου έφερναν αηδία . Με το πέρασμα των χρόνων όμως και με το σωστό μαγείρεμα μπορώ να πω ότι τώρα ανήκω στους οπαδούς της μπάμιας, και όσο τα χρόνια περνάνε φανατίζομαι περισσότερο. Τις τρώμε όλο τον χρόνο, τουλάχιστον μια φορά τον μήνα εκτός εποχής, αλλά ειδικά το καλοκαίρι που είναι η ώρα τους, τις θεωρώ ένα από τα πιο αγαπημένα λαδερά.

Μου αρέσουν μαγειρευτές στην κατσαρόλα αλλά τρελαίνομαι να τις φτιάχνω και στο φούρνο γιατί κατά τη γνώμη μου υπερτερούν γευστικά αλλά και αισθητικά. Οι φρέσκες χρειάζονται μια κάποια προετοιμασία. Να κοπούν τα κοτσάνια που περισσεύουν, να πλυθούν, να στραγγίσουν, να ψεκαστούν με ξυδάκι και να μείνουν μ’ αυτό για μισή ώρα ή και παραπάνω. Η γιαγιά Αθηνά έλεγε ότι η μπάμια πρέπει να βγεί στον ήλιο να λιαστεί. Μερικές φορές το κάνω κι εγώ αλλά όταν βιάζομαι το προσπερνάω αυτό τα στάδιο και για να είμαι ειλικρινής δεν έχω δει και καμιά διαφορά. Μια χαρά νόστιμες μου βγαίνουν και χωρίς την ηλιοθεραπεία…

ΥΛΙΚΑ:

– 500 γρ. μπάμιες κατεψυγμένες
– 100 γρ. ελαιόλαδο
– 1 κουτάκι ντοματάκια ή δυο ντομάτες περασμένες στον τρίφτη
– 1 κρεμμύδι ψιλοκομμένο
– 2-3 κουταλιές ξίδι
– Μια πρέζα  ζάχαρη
– Ένα φλιτζ, τσαγ. μαϊντανό ψιλοκομμένο
– Αλατοπίπερο
– 250 ml νερό

ΕΚΤΕΛΕΣΗ:

Συνεχίστε την ανάγνωση Μπάμιες λαδερές στο φούρνο

Πιπεριές Γεμιστές (Γεμιστά της γιαγιάς Αθηνάς)

Όταν ακούτε τη λέξη γεμιστά, ποιο λαχανικό σας έρχεται στο νου; Φυσικά οι πιπεριές και μάλιστα οι κοντούλες και χοντρούλες με τη  μεγάλη άδεια κοιλίτσα, οι «μπούφκες όπως τις λέμε στο χωριό μου. Βέβαια δεν γεμίζουμε μόνο πιπεριές αλλά και ντομάτες, μελιτζάνες, κολοκυθάκια, κρεμμύδια, κολοκυθανθούς, αγκινάρες, πατάτες, κλπ.  Όμως, σε αυτήν την περίπτωση δεν λέμε απλά «γεμιστά» αλλά «ντομάτες γεμιστές» «κρεμμύδια γεμιστά», «μελιτζάνες γεμιστές», «αγκινάρες γεμιστές».

Τα γεμιστά, πιπεριές με κανά δυο ντομάτες ανάμεσα, είναι ένα πιάτο που «φωνάζει» ελληνικό καλοκαίρι.  Οι ντομάτες, κατ΄ εξοχήν καλοκαιρινή άφιξη, συν τις πιπεριές δικαιολογούν την αύρα θερινού φαγητού που συνοδεύει  αυτό το έξοχο φαγητό,  ενώ το ρύζι, το ελαιόλαδο, ο δυόσμος και ο μαϊντανός είναι τα τελείως απαραίτητα συστατικά τους. Τα γεμιστά, και εδώ δεν θέλω διαμαρτυρίες, δεν  είναι ελληνική πατέντα.  Θα τα συναντήσει κανείς σε όλες τις κουζίνες των χωρών της Μεσογείου και βέβαια, η γέμιση μαγειρεύεται  με πολλούς τρόπους και πολλά και διαφορετικά υλικά. Εκτός από το ρύζι, ο τραχανάς, το πληγούρι, η φέτα, η γαλέτα, ο κιμάς, ακόμα και θαλασσινά και μανιτάρια κ.λ.π. είναι υλικά με τα οποία μπορεί κανείς να γεμίσει τις πιπεριές και τις ντομάτες.

Τα γεμιστά της γιαγιάς Αθηνάς είναι  υπέροχα και εύκολα ακόμα και για τις πιο αρχάριες γιατί η σοφή γιαγιάκα μου απέφευγε τα πολύπλοκα, τα τσιγαριστά και τα βαριά γι αυτό και έζησε μέχρι τα 97, ακμαιότατη και υγιής.  Γίνονται ωραιότατα με τον κιμά αλλά είναι εξ’ ίσου νόστιμα και «ορφανά» με  σκέτο ρύζι.

Τι θα χρειαστείτε:

Για 12-14 πιπεριές μετρίου μεγέθους:

– Ρύζι καρολίνα  (υπολογίστε μια γεμάτη κουταλιά της σούπας  για κάθε πιπεριά)
– Περίπου 3οο γρ.  κιμάς μοσχαρίσιος
– 2 μέτρια ξερά κρεμμύδια
– 1 σκελίδα σκόρδο
– 1 κούπα ελαιόλαδο
– 4-5  ώριμες ντομάτες μεγάλες
– 1 κουτ. σουπ. ρίγανη
– 1 φλυτζ. τσαγ. μαϊντανό ψιλοκομμένο
– 2-3   κλαδάκια φρέσκο δυόσμο ή 1 κουταλάκι ξερό
– Αλάτι
– Κόκκινο και μαύρο πιπέρι
– Προαιρετικά 2-3 πατάτες

Πώς θα τις φτιάξετε:

Συνεχίστε την ανάγνωση Πιπεριές Γεμιστές (Γεμιστά της γιαγιάς Αθηνάς)

Μελιτζάνες Παπουτσάκια

Η μελιτζάνα φίλες μου είναι της κουζίνας η εξωτική καλλονή. Μια καλλονή από λουστρίνι μωβ, του πανσέ, της βιολέτας, της παπικής μελάνης, μωβ του πένθους και ακόμη πιο εντατικά βαθύχρωμη σχεδόν μαύρη. Και άσπρη, με μια χλωμάδα  ρομαντική. Στο μάτι και στο στόμα οι μελιτζάνες είναι κούκλες. Οι καχύποπτοι της δυτική κουζίνας όμως,  άργησαν να ενδώσουν στα κάλλη της, Τόσο δε, τους ταράζει το άγνωστο που βάφτισαν τη μελιτζάνα malum insanum = το μήλο της τρέλας.

Στη Ινδία και στην Κίνα,  ήταν γνωστή εκατοντάδες χρόνια πριν να γεννηθεί ο Χριστός. Οι πρώτοι που την καλλιέργησαν στη γηραιά ήπειρο, ήταν οι γείτονες  Ιταλοί, αλλά στους κήπους, σαν καλλωπιστικό φυτό. Βλέπετε, η πικρή της γεύση τους απέτρεπε να την εντάξουν στο διαιτολόγιό τους.  Μόλις το 18ο αιώνα άρχισαν  να την μαγειρεύουν και από τότε, έγινε ένα από τα πιο αγαπημένα καλοκαιρινά φαγητά.

Εν τω μεταξύ, εκατοντάδες ποικιλίες μελιτζάνας έχουν προκύψει. Κάποιες από αυτές εξακολουθούν να διατηρούν την πικρίλα της… προγιαγιάς τους, γι’ αυτό και πριν μαγειρευτούν, πρέπει να μείνουν με το αλάτι για δυο τρεις ώρες για να την αποδεσμεύσουν. Οι περισσότερες ποικιλίες σήμερα δίνουν καρπούς γλυκούς  και δε χρειάζονται τη διαδικασία του ξεπικρίσματος. Όπως και να έχει, η μελιτζάνα κατέληξε να θεωρείται  αναπόσπαστο κομμάτι της μεσογειακής κουζίνας. Μαγειρεύεται με χίλιους δυο τρόπους. Μέχρι και στη ζαχαροπλαστική φιγουράρει και κάνει αισθητή την παρουσία της ως «γλυκό μελιτζανάκι».  Η μελιτζάνα εκτός από την πλούσια γεύση  –  « χαβιάρι των φτωχών» την αποκαλούν οι εβραίοι  – διαθέτει  απαράμιλλη νοστιμιά. Συμπεριφέρεται σαν τις έξυπνες εκείνες γυναίκες, που έχουν επίγνωση της γοητείας τους. Αφήνουν τη σάρκα τους να λιώσει και  παραδίδονται προσδίδοντας αξία σε οτιδήποτε τις συνοδεύει , νόστιμο, άνοστο, πικάντικο: κρέας, τυριά, αβγά, ψάρια.

Γαργαλάει τον ουρανίσκο και προσφέρει τους θησαυρούς που κλείνει μέσα στο γλυκό καρπό της: βιταμίνη C , Β3 , ασβέστιο, κάλιο , μαγνήσιο, σίδηρο, φώσφορο και μια ισχυρή αντιοξειδωτική ουσία την nasunin.  Τρώγοντάς την,  λειτουργεί καλύτερα  ο εγκέφαλος, η καρδιά, το έντερο, διεγείρεται η λειτουργία του συκωτιού και των νεφρών. Τέλος, σας αποκαλύπτω  και ένα μυστικό της γιαγιά μου, η οποία με τα ξεραμένα  κοτσάνια και τα φύλλα της μελιτζανιάς, έφτιαχνε μια σκόνη, κάτι σαν πούδρα που βοηθούσε στην θεραπεία των αιμορροΐδων. Αυτά τα ολίγα για τη  μελιτζάνα, την κυρία της κουζίνας με τα μωβ. Πάμε τώρα να μαγειρέψουμε τα… γοβάκια της! Συνεχίστε την ανάγνωση Μελιτζάνες Παπουτσάκια

Πατροπαράδοτη Φασολάδα – Το εθνικό μας φαγητό

Ποιο είναι τάχα το εθνικό φαγητό των Ελλήνων; Η απάντηση δεν είναι τόσο προφανής τώρα πιά. Για τον τουρίστα μπορεί το εθνικό μας φαγητό να είναι ο γύρος ή ο γκρικ μουζάκα. Το αρνάκι στη σούβλα επίσης έχει περγαμηνές έως και ομηρικές. Πάντως ανάμεσα στα πιάτα που μπορεί να προταθούν για τον τίτλο αυτό σίγουρα θα βρούμε και «την πατροπαράδοτη φασολάδα» όπως την έλεγε η γιαγιά Αθηνά (δες και τη συνταγή με φασόλια γίγαντες στον ταβά). Λένε ότι καθιερώθηκε ως εθνικό φαγητό την εποχή της δικτατορίας Μεταξά. (Δηλαδή πώς; με διάταγμα; ). Ας μην το πάρουμε αυτό στα σοβαρά.

Αν είστε κι εσείς «της μεταπολίτευσης χαμένη γενιά», θα θυμάστε ίσως ότι στην πρώτη Γυμνασίου, το βιβλίο Φυσικής Ιστορίας  αφιέρωνε, στην αρχή του,  σελίδες επί σελίδων στον «φασίολο τον κοινό». Ο φασίολος ο κοινός, κοινώς η φασολιά, είναι το φυτό που δίνει τα γνωστά μας φασόλια, με δυο μορφές -αφενός τα πράσινα χλωρά φασολάκια και αφετέρου τα ξερά φασόλια.

Δεν θα ξεχάσω επίσης τις εκθέσεις για την αποταμίευση που γράφαμε κάθε 31η Οκτωβρίου  οι οποίες περιλάμβαναν απαραιτήτως και τη γνωστή παροιμία «Φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι» που παινεύει την αξία της οικονομίας και της υπομονής

Υπάρχει επίσης  και η πολύ γνωστή έκφραση «άλλο φασούλι κι αυτό!» ή «καινούργιο φασούλι βγήκε», που τη λέμε όταν ανακύψει κάποιο απροσδόκητο πρόβλημα.

Οι παλιότεροι την εκτιμούσαν πολύ τη φασολάδα ή «φασουλάδα». Ο Βάρναλης, ηλικιωμένος πια, όταν τον ρώτησαν ποιες είναι κατά τη γνώμη του οι μεγάλες χαρές της ζωής απάντησε, «Οι γυναίκες, η θάλασσα, η φασουλάδα, και να βλέπεις να παίζουν τάβλι στο Βυζάντιο» (το καφενείο του Κολωνακιού όπου σύχναζε). Σε ένα από τα ποιήματα που έγραψε μέσα στη δικτατορία, αποκαλεί «πανεθνική» τη φασουλάδα .

 Ο Παπαδιαμάντης, πάλι, υμνεί «τα καλομαγειρευμένα με ικανὸν ευώδες έλαιον φασόλια καὶ μὲ άφθονον κοκκίνην πιπεριάν», ενώ ο Καραγάτσης με ηδονή περιγράφει την ευτυχία κάποιων απόκληρων που έτυχε να βρουν ένα σακουλάκι φασόλια… «Θα ‘κλεβαν ένα τσουκάλι. Θα ‘παιρναν —δανεικό κι αγύριστο— λάδι δράμια εκατό, απ’ τον μπακάλη. Ένας κρόμμυδος, κάπου θα βρίσκονταν. Και θα γινόταν μια φασουλάδα θεός

Ο Έλληνας, Εβραίος και αριστερός  Μωυσής  Μπουρλάς, από την εξορία του Άη Στράτη, αναφέρει πως  οι εξόριστοι είχαν αγοράσει μια φορά  μια τεράστια ποσότητα φασόλια σε πολύ χαμηλή τιμή  και, αναγκαστικά, τα έτρωγαν μεσημέρι και βράδυ: «Τα φασόλια που μας φέραν άρχισαν να τα μαγειρεύουν σχεδόν κάθε μέρα, τη μια σαλάτα, την άλλη με ντομάτα, την τρίτη πηχτή, την τέταρτη σούπα ή στο φούρνο.»

 Από κάποιο  θεατρικό συγκρότημα τραγουδήθηκε το παρακάτω τραγουδάκι στο σκοπό του «Βαλεντίνα, αχ Βαλεντίνα, αχ βρε τσαχπίνα» κτλ.:Αχ φασουλάδα, τι νοστιμάδα /των οσπρίων είσαι η αντίκα /κι απ’ το μέλι πιο πολύ έχεις γλύκα είτε σούπα είτε σαλάτα /είτε άσπρη ή με ντομάτα /ξεπερνάς τη μαρμελάδα,
έχεις νάζι, έχεις χάρη /των φαγιών μαργαριτάρι,/φασουλάδα – φασουλάδα!

Ωστόσο, η καημένη η φασουλάδα, αφού έθρεψε γενιές και γενιές και όπως έλεγε η γιαγιά Αθηνά «και  ζεσταίνει και χορταίνει!»  έπεσε σε ανυποληψία μόλις πήρε το (δανεικό) κουτάλι μας (γλυφό) νερό, κι έτσι ντρεπόμαστε να την αναφέρουμε για κατεξοχήν ελληνικό φαγητό, σαν τον νεόπλουτο που κρύβει τη γριά μάνα του επειδή φοράει τσεμπέρι. Πρήζει βέβαια, φέρνει και αέρια, είναι η αλήθεια, είναι και αντιτουριστική αλλά εμάς ποσώς μας ενδιαφέρει γιατί ανήκουμε στους φασολάδες και τη συχνομαγειρεύουμε (μια φορά την εβδομάδα οπωσδήποτε) γιατί έτσι μας αρέσει. Συνεχίστε την ανάγνωση Πατροπαράδοτη Φασολάδα – Το εθνικό μας φαγητό

Φασόλια Γίγαντες στον ταβά με Πράσο & Δυόσμο

Σήμερα φίλες μου θα μαγειρέψουν για εσάς «οι αρχόντισσες»  του ΚΗΦΗ.  Για όσους και όσες  το αγνοούν, ΚΗΦΗ  είναι τα αρχικά των λέξεων Κέντρο Ημερήσιας Φροντίδας Ηλικιωμένων.  Η πόλη μας η Φλώρινα έχει την τύχη να διαθέτει μια τέτοια δομή. Ηλικιωμένοι, άνδρες και γυναίκες, που δεν μπορούν να αυτοεξυπηρετηθούν απόλυτα και οι άνθρωποι του περιβάλλοντός τους αδυνατούν να ανταποκριθούν στη φροντίδα τους είτε γιατί εργάζονται είτε γιατί αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα ή προβλήματα υγείας, καταφεύγουν εκεί. Ψυχή του ΚΗΦΗ τρεις νεαρές, κυρίες. Είναι οι άγγελοι  του ΚΗΦΗ. Εκτός από ουσιαστική κατ’ οίκον φροντίδα, και όταν λέω «ουσιαστική» το εννοώ, αφού λούζουν τους ηλικιωμένους, τους κόβουν τα νύχια , πλένουν τα ρούχα τους, τα σιδερώνουν, τρέχουν για τη συνταγογράφιση των φαρμάκων τους, φροντίζουν για τη διατροφή τους, ακόμα και για τα απαραίτητα ψώνια τους -προσφέρουν και κάτι ακόμα. Κάτι που οι απόμαχοι της ζωής το έχουν μεγαλύτερη ανάγκη: Έχουν μετατρέψει ένα χώρο μικρό, σε καταφύγιο όπου τα ξεχασμένα  γηρατειά, βρίσκουν  πολύ αγάπη, ενδιαφέρον, τρυφερότητα, συντροφιά  και χαμόγελο. Όλα αυτά που στις μέρες μας δύσκολα τα βρίσκει κανείς ακόμα και στο οικογενειακό του  περιβάλλον.

Αυτή η φωλιά κινδυνεύει να κλείσει, λόγω έλλειψης χρηματοδότησης. Αν έχει απομείνει έστω και ένα μικρό ίχνος ευαισθησίας- και δεν αναφέρομαι μόνο στους φορείς αλλά και σε όλους εμάς  που αποτελούμε το δυναμικό, το ενεργό κομμάτι της κοινωνίας – ας φροντίσουμε με κάθε τρόπο να μην γίνει αυτό. Θα είναι ένας φόρος τιμής και ευγνωμοσύνης προς  όλους αυτούς, τους απόμαχους της ζωής, που πρόσφεραν  τόσα πολλά και τώρα βρίσκονται μόνοι και παραμελημένοι στο περιθώριο .

Την προηγούμενη εβδομάδα το ΚΗΦΗ γιόρτασε τη γιορτή της μητέρας με διάφορες εκδηλώσεις.  Οι ηλικιωμένοι τραγούδησαν,  απήγγειλαν, αντάλλαξαν ευχές, μαγείρεψαν  και κάθισαν όλοι μαζί στο τραπέζι και έφαγαν όλοι μαζί . Μεταξύ των διαφόρων  εδεσμάτων, κυριαρχούσαν τα  «Φασόλια γίγαντες  στο ταβά» μαγειρεμένα από την κ. Μάργα και τις φίλες της. «Ο άνδρας μου ήταν μάγειρας και τα έφτιαχνε πολύ νόστιμα» μου εξομολογήθηκε. Εγώ, για του λόγου το αληθές τα δοκίμασα,  και σας διαβεβαιώνω πως ή γλυκύτατη κ. Μάργα  έλεγε την αλήθεια.  Ιδού, λοιπόν ο συνταγή… (δες και τη συνταγή για πατροπαράδοτη φασολάδα) Συνεχίστε την ανάγνωση Φασόλια Γίγαντες στον ταβά με Πράσο & Δυόσμο

Κανελόνια Σπέσιαλ

Μμμμμ… Κανελόνια με πλούσια κρέμα… θα γλύφετε και το πιάτο!

Τα κανελόνια είναι ίσως  μία από τις πρώτες μορφές ζυμαρικών που σκέφτηκαν οι άνθρωποι. Ήδη από τις  μακρινές εποχές παρασκεύαζαν μια ζύμη  από ένα μείγμα νερού σιταριού και αλατιού.  Άπλωναν  τη φρέσκια ζύμη σε φύλλο και μετά την έκοβαν σε ορθογώνιο σχήμα. Στη συνέχεια  για να γεμίσει, την έκαναν ρολό και την έψηναν. Ως εκ τούτου τα κανελόνια μπορεί να πει κανείς ότι ανήκουν στα γεμιστά ζυμαρικά.

Μπορούν επίσης  να χαρακτηριστούν και ως μια  διαφορετική εκδοχή του παστίτσιου. Όμως  τα κανελόνια  έχουν τη δική τους μοναδική γεύση που τα κάνει ξεχωριστά και αγαπημένα. Παρέα με μια σαλάτα σαλάτα εποχής είναι και ένα πρώτης τάξεως νόστιμο ελαφρύ χορταστικό κυρίως πιάτο. Έτσι, δε όπως τα μαγειρεύω εγώ με την απλή, απλούστατη αλλά πλούσια κρεμώδη μπεσαμέλ , τα τυριά και την εύκολη  αλλά υπέροχη σάλτσα ντομάτας είμαι σίγουρη ότι  θα τα λατρέψετε!

ΥΛΙΚΑ:

  • Μια συσκευασία κανελόνια ( 25 κομμάτια)

Υλικά για την εύκολη σάλτσα ντομάτας:

  • 1 μέτριο κρεμμύδι
  • 1 σκελίδα σκόρδο
  • 2 κουτιά ντοματάκια ή κονκασέ
  • ½ φλ. Καφέ ελαιόλαδο1 κοφτή κουτ.γλυκ. ζάχαρη
  • Αλάτι πιπέρι

Υλικά για τη γέμιση του κιμά:

  • ½ κιλ. κιμά
  • ¾  φλυτ. καφέ ελαιόλαδο
  • 1 κρεμμύδι μέτριο
  • 2 κουτ. σουπ. ντοματοπελτέ
  • 1 καρότο τριμμένο
  • 2-3 μανιτάρια ψιλοκομμένα
  • ½  κρασοπότηρο κρασί κόκκινο
  • 1 φύλλο δάφνης
  • Αλάτι και πιπέρι κατά βούληση

Υλικά για την εύκολη μπεσαμέλ:

  • 1 λιτρο γάλα
  • 4 κ. σουπ. Κορν φλάουρ
  • 2 κ. σούπ. Βούτυρο
  • Μια πρέζα μοσχοκάρυδο
  • 1 αυγό (προαιρετικά)
  • 1 φλυτ. τσαγιού τριμμένη κεφαλογραβιέρα ή άλλο τυρί που λιώνει
  • αλάτι

ΕΚΤΕΛΕΣΗ:

Συνεχίστε την ανάγνωση Κανελόνια Σπέσιαλ

Τηγανιά με Λάχανο

Το λάχανο φίλες μου, αυτό το τραγανό λευκόσαρκο λαχανικό, έχει συνδεθεί με την… απαξίωση και την ευτέλεια. Έρχεται ο άλλος και σου λέει «Σιγά τα λάχανα»! Ε, δε σε απαξιώνει; Δε σε κάνει να νιώθεις ταπεινός και καταφρονεμένος; Παρεξηγημένα  λοιπόν αυτά τα λαχανικά που μοιάζουν με μπάλες, γιατί  δεν είναι διόλου ευτελή και ασήμαντα και ας είναι από τα πιο φτηνά  της αγοράς. Μέσα στη σφιχτή… φυλλένια τους δομή κρύβουν εκτός από πολύτιμα για την υγεία μας συστατικά -βιταμίνες  A, B, E, C, β καροτίνη, φολικό οξύ και μυρουδιές και γεύσεις τέτοιες, που δε σ’ αφήνουν  ασυγκίνητο.

Προσωπικά έμαθα να τρώω το λάχανο ωμό από πολύ μικρή. Θυμάμαι, το χειμώνα που έλειπαν τα φρέσκα λαχανικά και τα φρούτα, έκοβα ένα μεγάλο κομμάτι λάχανο και χράτσα-χρούτσα το καταβρόχθιζα. Γέμιζε το στόμα μου χυμούς γλυκούς,  με χαρακτηριστικά πιπεράτη, ελαφρά πικάντικη, και δροσερή  γεύση. Το λάχανο  έλεγε η γιαγιά μου πρέπει «να  το… χτυπήσει η παγωνιά» για να γλυκάνουν τα μεταξένια φύλλα του και να ολοκληρωθεί  η  γεύση του. Εκείνη η χαρακτηριστική γεύση που δε φοβάται μήπως… χαθεί, αν μαγειρευτεί με άλλα υλικά που έχουν δυνατό χαρακτήρα.

Το μαγείρευε με χίλιους δυο τρόπους: Απλά βραστό με λαδολέμονο σαν σαλάτα,  νόστιμο λαχανόρυζο με λιαστή ντομάτα, με χοιρινό ή μοσχάρι, ζουμερούς λαχανοντολμάδες, το έβαζε στην άρμη ή έφτιαχνε υπέροχα τουρσιά με κόκκινες πιπεριές «μπούφκες», ψιλοκομμένο καρότο και μυρωδικά.  Εκείνο που πρέπει να έχετε υπ’ όψιν σας είναι ότι το λάχανο ανέκαθεν είχε ερωτική σχέση με το λιπαρό κρέας. Εδώ η σοφία της γιαγιάς μου έρχεται να ισορροπήσει τα πράγματα. «Το κρέας στο φαγητό» έλεγε η γιαγιά «δεν είναι απαραίτητο να είναι πολύ. Λίγο όσο για τη νοστιμιά είναι αρκετό».

Γι αυτό κι εμείς σήμερα θα μαγειρέψουμε λάχανο  με μικρά κομματάκια χοιρινού, όπως ακριβώς το έφτιαχνε η γιαγιά μου . Το κρέας είναι λιγοστό αλλά αρκετό για να απογειώσει τη γεύση του λάχανου. Συνεχίστε την ανάγνωση Τηγανιά με Λάχανο

Κολοκυθάκια Γεμιστά στη Κατσαρόλα

Το καλοκαίρι φίλες μου έχει τις δικές του γεύσεις, τις δικές του μυρουδιές. Ερεθίζει τα πιο αρχέγονα αισθητήρια. Σ’ εμάς τους μεγαλωμένους στην ύπαιθρο, που σκαλίσαμε κάποτε το χώμα, που βυθίσαμε σ’ αυτό σπόρους γόνιμους, που το μυρίσαμε και το  ποτίσαμε, ανακαλεί ολοζώντανους κήπους παιδικής ηλικίας, ξεχασμένους -θαρρείς- παραδείσους, και όλα τα φέρνει πάλι μπροστά. Σαν αστραπή, σαν πυροτέχνημα, σαν φως. Φως αναλυμένο, όμοιο μ’  αυτό που περνάει μέσα από μια σταγόνα βροχής, και ξεχύνεται  στα εκτυφλωτικά χρώματα του ουράνιου τόξου.

Σκέφτομαι λοιπόν , μια και σήμερα θα  μαγειρέψουμε κολοκυθάκια, δεν θα υπήρχε λόγος να μιλάω γι’ αυτά,  αν δεν είχα ζήσει εκείνα τα παιδικά καλοκαίρια, να τα βλέπω, να παίζουν κρυφτό με το φλογερό ήλιο, κάτω από τα πλατιά φύλλα της μάνας τους, να τα παίρνει η ζέστη , να τα μεγαλώνει από τη μια στιγμή στην άλλη και μετά  να τα μαζεύω, με δέρμα ανοιχτοπράσινο, δέρμα στιλπνό. Να τα μαζεύω στο πανέρι μωρά κι ολάνθιστα, γιατί όπως έλεγε η γιαγιά μου: « Μάζεψέ τα ζωντανά, με τον ανθό. Το κολοκυθάκι χωρίς ανθό δε λέει!».

Η αλήθεια είναι πως, ο όποιος μύθος, φήμη ή γοητεία των κολοκυθιών, σ’ αυτόν τον κιτρινοπορτοκαλί ανθό οφείλεται. Σ’ αυτόν το λαμπερό και αυθάδη ανθό, που σε κοιτάει ολάνοιχτος, σαν κάτι μυστικό να έχει εκραγεί μέσα του και του χάρισε σχήμα, και χρώματα και μυρουδιές. Σ’ αυτόν τον ανθό, η γιαγιά μου, γνωστή για τις μαγειρικές της ικανότητες, φέρονταν τρυφερά, καθώς ξεδίπλωνε με ευγένεια περισσή, τα βελουδένια πέταλα, ξερίζωνε του στήμονες και το παραγέμιζε με ρύζια κιμάδες, μυρωδάτους δυόσμους, άνηθους  και μπαχαρικά.

Δεν πιστεύω όμως να υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει λιγουρευτεί, μια τηγανιά ροδοτηγανισμένα,  κολοκυθένια μπαστουνάκια, περασμένα πρώτα από το αλεύρι. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει άνθρωπος που να μην υπέκυψε στον πειρασμό να δοκιμάσει  χρυσές κολοκυθένιες ροδέλες, με τη συνοδεία γιαουρτιού, αρωματισμένου με  σκόρδο και ψιλοκομμένο δυόσμο ή  γεμιστά κολοκυθάκια περιχυμένα με βελούδινη σάλτσα αυγολέμονου.  Όμως μια και τα τηγανιτά δεν θέλουν και πολλά- πολλά για να τα καταφέρει κανείς σήμερα ετοιμαστείτε για γεμιστά κολοκυθάκια αυγολέμονο στην κατσαρόλα… Συνεχίστε την ανάγνωση Κολοκυθάκια Γεμιστά στη Κατσαρόλα