Σολωμός με μέλι

Ο σολομός φίλες μου είναι  ένα… γενναίο ψάρι. Όλη του η ζωή είναι ένα αδιάκοπο ταξίδι από τα γλυκά στα αλμυρά νερά. Γεννιέται και αναπτύσσεται σε γλυκό νερό, ωριμάζει σε αλμυρό νερό, όπου ζει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του και  τέλος,  μετά από ένα εξαιρετικά δύσκολο, επίπονο, μακρύ και επικίνδυνο ταξίδι, γυρίζει εκεί που γεννήθηκε. Γεννά και πεθαίνει.

Είναι Παραδοσιακό φαγητό της κουζίνας των Σκανδιναβικών χωρών και της Ρωσίας και gourmet καπνιστή λιχουδιά από τη Σκωτία. Κατάφερε όμως  να ξεπεράσει  τα τοπικά σύνορα και κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος στα  τραπέζια πολλών χωρών, ανάμεσα στις οποίες και η δική μας. Ο σολομός είναι ένα ιδιαίτερο έδεσμα θαλασσινής γεύσης. Μια πολύτιμη τροφή με τεράστια διατροφική αξία. Οι ευεργετικές του ιδιότητες.  χαρίζουν υγιή  επιδερμίδα, ισχυρό ανοσοποιητικό σύστημα, γερή καρδιά και  νου γεμάτο  διαύγεια.

Αποτελεί το Άλφα  και το Ωμέγα της διατροφής, αφού  είναι μια από τις καλύτερες πηγές ωμέγα-3 λιπαρών οξέων  που είναι απαραίτητα για τον οργανισμό μας και δημιουργούν μια φυσική ασπίδα προστασίας. Μαγειρεύεται με διάφορους τρόπους, ψητός, βραστός, τηγανητός, ή στο φούρνο, τυλιγμένος στη λαδόκολλα με διάφορα φρέσκα λαχανικά.  Η φίλη μου κ. Ιωάννα Κέκκου, το μαγειρεύει με μέλι κόκκινο πιπέρι και λεμόνι . Ξέρω , ξέρω,  έχετε τους ενδοιασμούς σας. Σίγουρα θα αναρωτιέστε, πώς είναι δυνατόν να ταιριάξουν δύο γεύσεις τόσο ξένες μεταξύ τους. Το ίδιο δύσπιστη ως προς το αποτέλεσμα ήμουν  και εγώ όταν πρωτοάκουσα γι αυτόν τον τρόπο μαγειρέματος. Άλλαξα  όμως γνώμη αφού το δοκίμασα.  Τολμήστε το, και θα με θυμηθείτε. Συνεχίστε την ανάγνωση Σολωμός με μέλι

Παραδοσιακό Σπιτικό Ρεβανί

«Ρεβανί της Μαίρης» θα φτιάξουμε σήμερα φίλες. Πώς λέμε « ρεβανί Βεροίας»; Κάτι τέτοιο, αλλά κατά πολύ ευκολότερο, κατά πολύ νοστιμότερο και με σίγουρη επιτυχία. Το έχω βαφτίσει «ρεβανί της Μαίρης», γιατί τη συνταγή μου την έδωσε προ αμνημονεύτων ετών η φίλη μου η Μαίρη που είναι καλονοικοκυρά και φτιάχνει με τα χεράκια της θαύματα. Συνηθίζω λοιπόν να δίνω στις συνταγές μου τα ονόματα των φιλενάδων και των γνωστών, που έχουν την καλοσύνη και μου τις εμπιστεύονται.

Η συνταγή για το «ρεβανί της Μαίρης», γίνεται γρήγορα και αρέσει πολύ. Τη φτιάχνω χρόνια και πολύ συχνά μάλιστα  γι αυτό  μπορώ  με βεβαιότητα να σας εγγυηθώ τη «σίγουρη επιτυχία» που σας ανέφερα προηγουμένως. Το ρεβανί είναι γλυκό που αρέσει πολύ. Το συναντάμε σε όλη την Ελλάδα και  σε όλη σχεδόν τη Μεσόγειο με διάφορα ονόματα. Η προέλευσή του είναι τούρκικη και έχει και εκεί την ίδια ονομασία. Στις Αραβικές χώρες  το αποκαλούν «μπάσμπουσα» .  Συνοδεύει άριστα τον καφέ ή το τσάι, αλλά  και σκέτο, ή  με μια μπαλίτσα παγωτό στο πλάι,  είναι μούρλια. Αν σας αρέσει το ρεβανί ή τα γλυκά γενικότερα δείτε και τη συνταγή για ρεβανί αλλιώτικο με σιρόπι… γάλακτος. Συνεχίστε την ανάγνωση Παραδοσιακό Σπιτικό Ρεβανί

Λαγκίτες (Αρβανιτοβλάχικα Πέτουλα)

Πέτουλα, φίλες μου, ονομάζουν οι βλαχαρβανίτες της Δροσοπηγής και του Φλαμπούρου (Φλώρινα), τις λαγκίτες ή λαλαγκίτες ή τηγανίτες ή πετουλίτσες όπως αποκαλούνται στα «ντόπια» χωριά. Τα πέτουλα ήταν παλαιότερα  συνυφασμένα με τα σημαντικότερα στάδια της  ζωής του ανθρώπου: Τον αρραβώνα και το  γάμο, τη  γέννηση και τη βάφτιση, το θάνατο και τα ταφικά έθιμα.

Τα αρραβωνιάσματα  και  ο «λόγος» που δίνονταν από τα σόγια και «έδενε» για πάντα  τις τύχες των παιδιών τους, σφραγίζονταν γύρω από ένα τραπέζι με ροδοτηγανισμένα πέτουλα, πασπαλισμένα με ζάχαρη και κανέλα, ενώ  στους γάμους προσφέρονταν σαν γλύκισμα, περιχυμένα με μέλι και καρύδια.

Και όταν με το καλό το ζευγάρι κάρπιζε και  έρχονταν τα παιδιά,  οι καλονοικοκυρές, μάνα και πεθερά, οι μαστόρισσες, έβαζαν το μεγάλο μαυρισμένο τηγάνι πάνω από την πυροστιά και μοσχομύριζε η γειτονιά. Τα πέτουλα  μοιράζονταν από σπίτι σε σπίτι και μ’ αυτόν τον τρόπο γίνονταν γνωστό το χαρμόσυνο γεγονός της γέννησης, σε όλο το χωριό. Και όταν έρχονταν η ώρα να πάρει το νεογέννητο τ’ όνομά του, να βαφτιστεί,  οι γονείς δεξιώνονταν τον νονό στο σπίτι,  λιτά, απλά, χωρίς περιττές πολυτέλειες, με πέτουλα, τσίπουρο, στραγαλοστάφιδα και φιστίκια με το τσόφλι. Και στο θάνατο όμως και σε κάθε ταφικό έθιμο, εκτός από τις κάθε λογής πίτες, γαλατόπιτες, μπουρέκια, ρεθανίκια κ.α., οι βλαχαρβανίτες, μοίραζαν πέτουλα για να αναπαύονται και  να είναι  χορτασμένες οι ψυχές των αγαπημένων που δεν βρίσκονταν πια στην ζωή.

Τα πέτουλα, είναι μια ακόμα έξυπνη  επινόηση των νοικοκυράδων εκείνης της εποχής, όπου τα υλικά που είχαν στη διάθεσή τους ήταν στοιχειώδη, και έπρεπε να βάλουν τη φαντασία τους να δουλέψει  για να δημιουργήσει από το τίποτα, κάτι που να ταιριάζει σε κάθε περίσταση και να είναι συνάμα, νόστιμο θρεπτικό και χορταστικό. Η συνταγή για τα πέτουλα, είναι της μαμάς μου που τα φτιάχνει  χρόνια τώρα, σε χαρές και σε λύπες, σε γιορτές και πανηγύρια. Ακόμα και  τις καθημερινές, όταν περιμένει τις φίλες της για καφέ, όταν  μαζευόμαστε γύρω της τα παιδιά και τα εγγόνια της και μπορώ να σας πω ότι το αποτέλεσμα το τιμάμε ιδιαίτερα.

Η συνταγή είναι εύκολη, γρήγορη και απλή, όπως απλοί ήταν οι άνθρωποι μιας άλλης εποχής, που με ότι είχε το ντουλάπι τους, κατάφερναν να κάνουν την  δύσκολη καθημερινότητά τους να μοιάζει με γιορτή! Φτιάξτε τα και θα με θυμηθείτε!  Σκέτα ή με τυρί, πασπαλισμένα με ζάχαρη κανέλα και καρύδια, περιχυμένα με μέλι, σιρόπι φράουλας, βύσσινου ή σοκολάτας, είναι πεντανόστιμα, σκέτος πειρασμός!

Για είκοσι (20) περίπου πέτουλα χρειαζόμαστε…: Συνεχίστε την ανάγνωση Λαγκίτες (Αρβανιτοβλάχικα Πέτουλα)

Αφράτη Τσουκνιδόπιτα (Βλάχικη Πίτα-Βινίτα)

Η πίτα αυτή λέγεται «Λιακρούαρ τάρδουρ» στα αρβανίτικα και την έφτιαξε η θεία Βέρα…

Λιακρούαρ  ονομάζουν  οι αρβανίτες, την πίτα, κάθε είδους πίτα, πρασόπιτα, κολοκυθόπιτα, τυρόπιτα, αυγόπιτα κ.τ.λ. Στη κυριολεξία όμως «λιακρούαρ» σημαίνει πίτα που η γέμισή της περιέχει χόρτα, κυρίως τσουκνίδες αφού «λιάκρα»  στα αρβανίτικα είναι οι «τσουκνίδες». Μάλλον εκεί ψηλά στα κατσάβραχα που ζούσαν οι μακρινοί  μου πρόγονοι το μόνο που υπήρχε σε άφθονο ήταν οι τσουκνίδες, διόλου ευκαταφρόνητες βέβαια, αφού αποτελούσαν εκτός από τροφή  και φάρμακο και καλλυντικό και απολυμαντικό και πολλά άλλα.

Το σκούρο πράσινο νερό που προέκυπτε από το βράσιμο της τσουκνίδας, το έδιναν – κατά ομολογία της γιαγιάς Αθηνάς – σε αυτούς που είχαν προσβληθεί από τον βάκιλο της φυματίωσης  «για να δυναμώσει το αίμα τους». Μην ξεχνάμε ότι εκείνη την εποχή δεν είχε ανακαλυφθεί ακόμα η πενικιλίνη, ούτε τα αντιβιοτικά  και  η φυματίωση θέριζε, κυρίως νέους ανθρώπους.

Θυμάμαι  με φρίκη, τη γειτόνισσα η οποία υπέφερε από αρθρίτιδα να υποβάλλει  συχνά πυκνά  τα πόδια και τα χέρια στο μαρτύριο του «τσουκνίσματος» για θεραπευτικούς, βέβαια σκοπούς .  Με ένα μεγάλο ματσάκι τσουκνίδες και ζεματιστό νερό  η γιαγιά Αθηνά απολύμαινε τα  ξύλινα κυρίως σκεύη όπου, συγκέντρωνε το γάλα και παρασκεύαζε τα διάφορα γαλακτοκομικά,  το τυρί, τη μυζήθρα, το ξινόγαλο, το βούτυρο κτλ.

Αλλά και σαν  μέσο διαπαιδαγώγησης, η τσουκνίδα, έφερνε πολύ καλά αποτελέσματα σ΄εμάς που τη ζαλίζαμε με τις αταξίες μας . Κάθε φορά που δεν έπιανε ο λόγος της γιαγιάς,  έκοβε μια μεγάλη τσουκνίδα και…. «πού σε πονεί και πού σε σφάζει». Γέμιζαν τα γυμνά μας ποδαράκια  και τα μπρατσάκια μας με κόκκινες φουσκάλες που πονούσαν  αφόρητα ευτυχώς, όχι  για πολύ.

Θαυματουργές λοιπόν οι τσουκνίδες, τα «λιάκρα» των αρβανιτών, «βέρτζε» στα βλάχικα, που αποτελούσαν γι αυτούς  πολύτιμη τροφή. Την άνοιξη η γιαγιά τις  μαγείρευε  φρέσκες και τρυφερές με φρέσκο βούτυρο γάλα και αυγά, ή σκέτες,  σαλάτα με λεμόνι και ελαιόλαδο. Εκεί κατά τα τέλη του Μάη όταν είχαν μεγαλώσει αρκετά, οι Δροσοπηγιώτες έσπευδαν σε μέρη καθαρά και απάτητα για να τις συλλέξουν σε μεγάλες ποσότητες .  Τις άπλωναν στον ήλιο να στεγνώσουν. Τις έτριβαν , πετούσαν τα σκληρά μέρη  και μετά  τις διατηρούσαν σε πάνινα σακούλια όλο τα χειμώνα για να φτιάχνουν τις περίφημες τσουκνιδόπιτες.

Μια τέτοια τσουκνιδόπιτα θα φτιάξουμε σήμερα λίγο διαφορετική από αυτές που σας έχω δείξει στο παρελθόν αλλά πολύ νόστιμη , πολύ εύκολη . Την πίτα αυτή την έφιαχνε η γιαγιά Αθηνά  συνήθως όταν ζύμωνε το ψωμί της εβδομάδας. Κρατούσε  μια ποσότητα ζύμης και πριν προλάβει να βγάλει τα καρβέλια από το φούρνο η «πίτα βινίτα» ή «λιακρούαρ  τάρδουρ» ήταν έτοιμη στο τραπέζι. Συνεχίστε την ανάγνωση Αφράτη Τσουκνιδόπιτα (Βλάχικη Πίτα-Βινίτα)

Μελιτζάνες με μοσχαράκι στη κατσαρόλα

Στη μελιτζάνα, την αρχόντισσα των λαχανικών και στις χάρες της, έχω αναφερθεί σε προηγούμενες δημοσιεύσεις φίλες μου. Οπότε σήμερα θα  αφήσω τα πολλά, πολλά και θα μπω κατευθείαν στο ψητό. Λέω, λοιπόν,  να την μαγειρέψουμε με μοσχαράκι στη κατσαρόλα. Είναι γνωστό σε όλες μας ότι, η μελιτζάνα  χρειάζεται μεγάλη προσοχή στο μαγείρεμα. Απαιτεί  να της φερθείς ευγενικά γιατί είναι  ευαίσθητη.  Στην κατσαρόλα, αν παραβράσει, μπορεί να διαλυθεί, να γίνει νιανιά  και το φαγητό να αποτύχει. Στο τηγάνι με σαλτσούλα ντομάτας και μπόλικο σκορδάκι είναι  πεντανόστιμη αλλά αν δεν τηγανιστεί  σωστά  απορροφά πολύ λάδι  και πέφτει κομματάκι βαριά.

Το μοσχαράκι, για παράδειγμα, με μελιτζάνες είναι ένα  φαγάκι  που προσωπικά το τοποθετώ στην κορυφή της πυραμίδας των γαστριμαργικών μου προτιμήσεων… Είναι αυτό που λέμε «φαγητό για μερακλήδες και καλοφαγάδες». Παρ’ όλα αυτά  οι νοικοκυρές αποφεύγουν να το μαγειρέψουν γιατί το θεωρούν βαρύ αλλά και δύσκολο.  Σας βεβαιώνω όμως πως αν ακολουθήσετε βήμα προς βήμα τις οδηγίες  μου, θα φτιάξετε ένα φαγητό μούρλια,  πετυχημένο, ελαφρύ και  νόστιμο που θα το απολαύουν όλοι μικροί και μεγάλοι και θα γλύφουν και τα δάχτυλά τους! Συνεχίστε την ανάγνωση Μελιτζάνες με μοσχαράκι στη κατσαρόλα

Μπακαλιάρος Σκορδαλιά

Η ιστορία του μπακαλιάρου, φίλοι μου,  χάνεται βαθιά στο χρόνο. Ο θρύλος λέει ότι οι Βίκινγκς, κυνηγώντας τους μπακαλιάρους, έφτασαν ως την άκρη της θάλασσας και έτσι ανακάλυψαν κατά λάθος το Νέο Κόσμο. Αυτοί που πρωτοπάστωσαν τον μπακαλιάρο ήταν οι Βάσκοι ψαράδες, οι οποίοι ήθελαν να εξασφαλίσουν τροφή για τα μακρινά τους ταξίδια στον άγριο Βόρειο Ατλαντικό. Τον μπακαλιάρο στην Ελληνική αγορά τον έφεραν οι Άγγλοι. Έστελναν τεράστιες ποσότητες μπακαλιάρου και τον αντάλλασσαν με κορινθιακή σταφίδα.

Παραδοσιακά  ο μπακαλιάρος  ή  το «ψάρι του φτωχού», συνδέεται με τη γιορτή του Ευαγγελισμού και την εθνική μας επέτειο. Τούτη τη μέρα  τρώμε ψάρι  μιας και οι αυστηροί κανόνες της σαρακοστιανής νηστείας το επιτρέπουν. Προσωπικά όμως τον έχω συνδέσει με τη γιορτή του Αγίου Νικολάου και τη θεία Μάχη.  Πριν από αρκετά χρόνια,  κάθε Δροσοπηγιώτικη οικογένεια  είχε τον προστάτη άγιο της.

Ανήμερα  της γιορτής του αγίου, το σπίτι είχε γιορτή μεγάλη. Η νοικοκυρά μαγείρευε τα καλύτερα και καλούσε φίλους και συγγενείς σε γιορταστικό τραπέζι. Η οικογένεια  της θείας Μάχης, είχε προστάτη τον άγιο Νικόλαο η γιορτή του οποίου  έπεφτε μέσα στη νηστεία των Χριστουγέννων. Το τραπέζι της  λοιπόν δεν περιλάμβανε κρέας αλλά μπακαλιάρο, μαγειρεμένο με διάφορους τρόπους, στο φούρνο της μεγάλης σιδερένιας ξυλόσομπας.

Καταπληκτική μαγείρισσα η θεία Μάχη! Είτε μαγείρευε τον μπακαλιάρο στον ταβά με ρύζι και μυρωδικά, είτε ροδοτηγανισμένο με αλεύρι ή πηχτό χυλό, συνοδευμένο με σκορδαλιά, ήταν πάντα πεντανόστιμος και τα πιάτα άδειαζαν στο πι και φι. Δεν έμενε ψίχουλο!.

Ο βακαλάος είναι ένα ψάρι πολύτιμο μιας και  προμηθεύει τον οργανισμό μας με τα Ω-3 λιπαρά. Είναι επίσης και πολύ καλή πηγή βιταμίνης Β6, η οποία  δημιουργεί  τη μεγαλύτερη ασπίδα εναντίον της αθηροσκλήρωσης και κατά συνέπεια των καρδιακών παθήσεων. Χαρακτηριστικό είναι ότι, σε κοινωνίες οι οποίες καταναλώνουν σημαντικές ποσότητες βακαλάου, τα ποσοστά οστεοαρθρίτιδας και ρευματοειδούς αρθρίτιδας είναι πολύ μικρότερα από άλλες, που το ψάρι δεν βρίσκεται συχνά στο τραπέζι τους.

Σήμερα σας προτείνω τη συνταγή της θείας Μάχης, για μπακαλιάρο τηγανητό με κουρκούτι και σκορδαλιά. Για τον μπακαλιάρο στον ταβά με ρύζι, σας υπόσχομαι ότι θα γράψω μια άλλη φορά. Συνεχίστε την ανάγνωση Μπακαλιάρος Σκορδαλιά

Αγιορείτικο Σφογγάτο

Η φανταστική χερσόνησος του Άθω, που υψώνεται  μαγευτικά στα 2033 μέτρα πάνω από την θάλασσα, καλυπτόμενη από παρθένα δάση με μια φυσική ομορφιά που σαγηνεύει, είναι η μοναδική περιοχή του κόσμου αφιερωμένη στη λατρεία του Θεού και της Παναγίας για πάνω από χίλια χρόνια.

Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Βασίλειος ο 1ος, ανακήρυξε την χερσόνησο του Αγίου όρους αποκλειστική ιδιοκτησία των μοναχών και των ερημιτών. Το πρώτο οργανωμένο μοναστήρι ιδρύθηκε το 963 μ.Χ.. Έναν αιώνα αργότερα, διατάχθηκε ότι «κανένα γυναικείο πρόσωπο» δε θα επιτρεπόταν να παραβιάσει την αγιότητα του. Αυτή η απαγόρευση εξακολουθεί να ισχύει ακόμα και σήμερα και καμία γυναίκα δεν μπορεί να πατήσει το πόδι της στο Άγιο Όρος.

Αιώνες απομόνωσης και αφοσίωσης στην Ορθόδοξη θρησκεία έχουν προσδώσει στο Άγιο Όρος μια μοναδική μυστικιστική ατμόσφαιρα. Στην ακμή του, το 15ο αιώνα, φιλοξενούσε 40 μοναστήρια και περίπου 40.000 μοναχούς. Σήμερα, ο αριθμός των ενεργών μοναστηριών έχει μειωθεί στα 20 με έναν πληθυσμό περίπου 1700 μοναχών. Περιστοιχισμένοι από έναν αμέτρητο πλούτο εκκλησιαστικών θησαυρών, σπάνιων εικόνων και βιβλιοθηκών γεμάτων από πολύτιμα χειρόγραφα, ζουν απλά και ασκητικά σύμφωνα με τις αυστηρές επιταγές της προσευχής και της εργασίας, ανέγγιχτοι από τις σύγχρονες ελαφρότητες. Επειδή όμως και οι μοναχοί εκτός των άλλων είναι και άνθρωποι, πεινούν και διψούν  και για τούτο, ελλείψει γυναικών μαγειρεύουν οι ίδιοι το φαγητό τους. Τις πρώτες ύλες τις  παράγουν μόνοι τους και η μαγειρική τους είναι,  όπως ομολογούν όσοι  επισκέπτονται το Όρος και συντρώγουν με τους μοναχούς είναι απαράμιλλη σε γεύση και αποτελεί την ΥΓΙΕΣΤΕΡΗ διατροφική  πρόταση. Πολλοί διατείνονται ότι είναι η χάρις της Παναγιάς και η αγιότητα του χώρου που τους προσδίδει  αυτή τη ξεχωριστή  νοστιμιά. Γυναίκα γεννήθηκα  και δυστυχώς δεν μπορώ να έχω άποψη αφού μου απαγορεύεται να «πατήσω το πόδι μου» εκεί και να διαπιστώσω ιδίοις όμασι, όσα ακούω από περιγραφές των άλλων. Μπορεί να μου απαγορεύεται να πατήσω το πόδι μου στο ιερό έδαφος, κανείς όμως δεν μπορεί να μου απαγορεύσει να μαγειρέψω τις συνταγές των αγιορειτών μοναχών. Μου τις φέρνουν τα αγόρια μου που επισκέπτονται  το όρος συχνά πυκνά και έχουν να λένε για την νοστιμιά όσων περιλαμβάνει η Αγιορείτικη τράπεζα .

Αυτό που με εκπλήσσει πάνω απ’ όλα είναι η ευκολία, η λιτότητα και η απλότητα αυτών των συνταγών. Άλλη μια απόδειξη ότι δε χρειάζεται να κάνει κανείς επικίνδυνες ακροβασίες στην κουζίνα, για να φτιάξει ένα νόστιμο φαγητό. Είναι αρκετό να χρησιμοποιεί φρέσκα και αγνά υλικά και να μαγειρεύει  με αγαθή καρδιά, περισσή αγάπη και φροντίδα. Για να μαγειρέψετε το πεντανόστιμο «Αγιορείτικο σφογγάτο» του πατρός Νικήτα δεν θα χρειαστείτε παρά…:   Συνεχίστε την ανάγνωση Αγιορείτικο Σφογγάτο

Τραγανές Καριόκες

Αυτό το αγαπημένο γλυκάκι, αυτόν το μελαχρινό, τραγανό  πειρασμό τον έχω συνδέσει με τα γυμνασιακά μου χρόνια, τότε, που σπάνια μας περίσσευε μιάμιση δραχμή για να αγοράσουμε μια καριόκα από το ζαχαροπλαστείο του Τσελίκα. Δεν το συζητώ, ο Τσελίκας έφτιαχνε τις ωραιότερες καριόκες, μεγάλες, χορταστικές, υπέροχες τόσο, που όταν τις γευόμασταν ήταν πραγματικά, σαν να άνοιγαν οι πόρτες του παραδείσου…

Τραγανές Καριόκες - 1θ

Υλικά:

– 400 γραμ φρυγανιά
– 400 γραμ. ζάχαρη άχνη
– 1 ½  κούπα γάλα
– 1 πακέτο μαργαρίνη
– 1 πακέτο μπισκότα  Παπαδοπούλου Μιράντα ( το διπλό)
– 2-3 βανίλιες
– 1 σφηνάκι κονιάκ
– 3 κουταλιές κακάο πικρό
– 250 γραμ . καρύδια

Για την κάλυψη:

– 600 γραμ. σοκολάτα κουβερτούρα
– Τρεις κουταλιές σούπας σπορέλαιο

Εκτέλεση:

Συνεχίστε την ανάγνωση Τραγανές Καριόκες

Μανιταρόσουπα με τραχανά

Τα είδα στο ψυγείο του γειτονικού σούπερ μάρκετ, ολοστρόγγυλα, τρυφερά σαν μωρά, βελούδινα  και μυρωδάτα, αραδιασμένα με προσοχή και τάξη στο καφασάκι τους και τα λιμπίστηκα.

Εκτός αυτού θυμήθηκα τα παλιά. Τότε που μικρά παιδιά, μετά τη βροχή, ξαμολιόμασταν στις δασωμένες πλαγιές και τα λιβάδια του πατρογονικού μου Βιτσίου, μικροί… αλιείς μανιταριών και τα ξεκολλούσαμε με προσοχή από την αγκαλιά της μάνας γης, γεμίζαμε τα καλάθια μας και τα πηγαίναμε στη δική μας μάνα.

Τα μαγείρευε με χίλιους δυο τρόπους. Εγώ τα προτιμούσα ψημένα επάνω στη σόμπα με λίγο αλατάκι στη ροζ κοιλίτσα τους που γέμιζε καθώς ψήνονταν, με ένα καφετί, πεντανόστιμο ζουμάκι. Άφηναν ένα γύρω στο μικρό κουζινάκι, μια ευωδιά ιδιαίτερη, φίνα και ντελικάτη και είχαν μια γεύση … δεν ξέρω πώς να την περιγράψω…  χάρμα και όνειρο.

Για αυτό και θυμώνω όταν στα διάφορα φαγάδικα σερβίρουν τα μανιτάρια με ένα σωρό πρόσθετα, κασέρια, λάδια, βούτυρα, πιπέρια, ρίγανες και σάλτσες και αλλαντικά και το μόνο που καταφέρνουν είναι να  καλύπτουν αυτή την εύθραυστη χαρακτηριστική ευωδιά και τη λεπτή, την ιδιαίτερη γεύση που από μόνη της είναι αρκετή για να κάνει τον ουρανίσκο σας να ριγήσει από ευχαρίστηση.

Θα μου πείτε, «Άλλο τα μανιτάρια του Βιτσιού και άλλο τα καλλιεργημένα» και θα έχετε δίκιο. Όμως εγώ θα επιμένω: Την επόμενη φορά ζητήστε να σας τα ψήσουν σκέτα, μόνο με λίγο χοντρό αλατάκι στην κοιλίτσα τους. Θα εκπλαγείτε από την μοναδική νοστιμιά τους και στην τελική θα καταλάβετε ποια είναι η πραγματική γεύση και ευωδιά του μανιταριού. Μετά φτιάξτε και τη μανιταροσουπίτσα με τον τραχανά και τα λέμε. Συνεχίστε την ανάγνωση Μανιταρόσουπα με τραχανά